savethegame.gr

Little Nightmares III | Review

Στο καρναβάλι του τρελού, ποιος θα χορέψει;

Συχνά πιάνω τον εαυτό μου να επιστρέφει στα παιδικά μου χρόνια — και τις περισσότερες φορές αυτό καταλήγει με εμένα να φιλοσοφώ, κοιτάζοντας τον ενός μέτρου μπλε τοίχο στο τέλος του δωματίου μου, με το βλέμμα να χάνεται στο άπειρο. Αναρωτιέμαι: πώς μπορεί κανείς να γυρίσει εκεί; Πώς μπορεί να ξαναδεί τον κόσμο με τα αθώα, μικρά μάτια που είχε κάποτε; Και, ακόμα κι αν τα κατάφερνε, θα ήταν το ίδιο, κουβαλώντας το ασήκωτο βάρος της ενήλικης ζωής του;

Έχει μπει για τα καλά το φθινόπωρο. Έξω βρέχει, το τελευταίο φως του ήλιου σβήνει και ο ζεστός καφές μου έχει ήδη αρχίσει να εξαφανίζεται με ταχύ ρυθμό. Οι τίτλοι τέλους μόλις έπεσαν — σαν γροθιά στο στομάχι — και στο κεφάλι μου παίζει ασταμάτητα η τελευταία σκηνή του Little Nightmares III, μαζί με όλα όσα πραγματεύτηκαν αυτά τα τρία μικρά, εφιαλτικά διαμαντάκια μέσα στα χρόνια. Βρείτε μου πιο ιδανικό σκηνικό απ’ αυτό που σας περιγράφω. Αν μπορείτε.

Το γεγονός πως η Tarsier Studios, ως οι πρωτοπλάστες και αρχικοί δημιουργοί του franchise, δεν θα συμμετείχαν πλέον με κανέναν τρόπο σε αυτό το νέο κεφάλαιο — μιας και ασχολείται με το δικό της, στα γνώριμα πάλι μέτρα, REANIMAL — όπως και να ’χει, είχε φέρει μέσα μου έναν προβληματισμό για το πώς και αν θα κρατηθεί η ίδια αίσθηση, μπαίνοντας για άλλη μια φορά σε αυτόν τον ανυπόφορα γλυκό κόσμο των Little Nightmares που είχαμε συνηθίσει όλα αυτά τα χρόνια.

Τα ηνία αυτής της προσπάθειας πήρε επ’ ώμου η Supermassive Games, γνωστή μεταξύ άλλων για τα Until Dawn και The Quarry, μένοντας στα horror νερά της, όμως με μια εντελώς διαφορετική υπόθεση για να διαχειριστεί και να βγάλει εις πέρας αυτή τη φορά. Αν θέλετε τη σύντομη απάντηση: τα κατάφερε σε μεγάλο ποσοστό. Αυτό είναι αρκετά θετικό, αν και αφήνει μια αίσθηση — όχι αρνητικού — αλλά αυτού του “παίζω εκ του ασφαλούς”. Φαίνεται περισσότερο σαν μια ακόμα πάρα πολύ όμορφη ιστορία, χωρίς όμως πρωτοτυπία και δημιουργικότητα στην αλληλεπίδραση μας με αυτό.

LOW AND A(LOW)NE

Η περιπέτεια μας ξεκινά, ερχόμενοι φάτσα-φόρα με την επιλογή ενός από τους δύο χαρακτήρες που συμμετέχουν στο παιχνίδι: τον φουντομάλλη Low και την — αλά Razputin Aquato, με δύο τρελοκοτσιδάκια — Alone. Οι δυο τους συνεργάζονται καθ’ όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού, αντιμετωπίζοντας εχθρούς, γρίφους, εμπόδια, άλματα και όλα όσα έχουμε ήδη γνωρίσει μέσω των προηγούμενων τίτλων. Ο Low, φορώντας μια κορακίσια μάσκα, χειρίζεται ένα μικρό ξύλινο τόξο, το οποίο χρησιμοποιούμε κάθε φορά που χρειάζεται να σπάσουμε κάποιο σκοινί, να πατήσουμε ένα απομακρυσμένο κουμπί ή να αντιμετωπίσουμε εχθρούς — μικρούς και μεγάλους. Από την άλλη, η Alone, με τη χαρακτηριστική πράσινη Breaking Bad στολή της, κουβαλά στην πλάτη της ένα μεγάλο — για το μέγεθός της — γαλλικό κλειδί, το οποίο βοηθάει στα σπασίματα κεφαλιών, στο να τρυπάμε ετοιμόρροπους τοίχους και να κάνουμε θρύψαλα γυάλινες επιφάνειες.

Διαθέσιμοι σε αυτούς είναι επίσης από μια ομπρέλα, πλήρως βοηθητική στα περάσματά μας από τη μία επιφάνεια στην άλλη — ειδικότερα όταν αυτές περιβάλλουν μεγάλα κενά και πολλά μποφόρ. Μέχρι εδώ όλα καλά μιας και φαίνεται πως το παιχνίδι θα διακατέχει μια αίσθηση φρεσκάδας και ανανέωσης, πως δηλαδή σταδιακά οι ήδη υπάρχοντες μηχανισμοί θα εξελίσσονται με την πορεία μας σε αυτό. Guess what. Αυτό δεν πραγματοποιείται ποτέ!

ΜΗΧΑΝΙΣ – ΠΟΙΟΙ;

Ο τίτλος ρίχνει μεγαλύτερο βάρος αυτή τη φορά στο co-op και στη συνεργασία μεταξύ των παικτών, και αυτό φαίνεται εξ αρχής. Όμως, στο βασικό του αυτό συστατικό έχουν υπάρξει κάποιες κουτσουκέλες στην πράξη.

Αν επιλέξουμε το AI ως συνοδοιπόρο, αργά ή γρήγορα θα παρατηρήσουμε τη μεγάλη δυσαναλογία που υπάρχει όσον αφορά στην ταχύτητα με την οποία παίρνονται κάποιες κρίσιμες αποφάσεις για την πρόοδό μας. Πότε ο συνεργάτης μας θα ενεργεί ταχύτατα σαν ένας mini-Einstein και πότε οι στροφές που παίρνει ο εγκέφαλός του θα πάνε πιο αργά κι από το αυτοκίνητό μου σε ανηφόρα στο Παγκράτι. Όταν αυτό συμβαίνει σε ένα φιλικό, ως προς τον χρόνο, περιβάλλον, ίσως παρακαμφθεί ή χωνευτεί σαν γεγονός. Όταν όμως πίσω σου σε ακολουθεί σε απόσταση ανάσας μια μανιακά δαιμονισμένη κούκλα, τότε καταλήγει να γίνεται πολύ γρήγορα, αρκετά εκνευριστικό.

Αν από την άλλη επιλέξουμε τη δεύτερη λειτουργία co-op, τότε εκεί θα μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε τις επικοινωνιακές μας δεξιότητες — ΜΟΝΟ ONLINE. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς ένας τέτοιου είδους τίτλος διαθέτει μόνο αυτή την επιλογή, όταν φαίνεται να έχει όλα τα απαραίτητα συστατικά ώστε να αποτελέσει ένα υποδειγματικό gaming session που μπορεί κάποιος να απολαύσει για λίγες ώρες χουχουλιάρικα με μια αγαπημένη του φυσική παρουσία. Κάτι που για εμένα δεν μπορεί να συγχωρεθεί με τίποτα.

Παρ’ όλα αυτά, ακόμα κι αν αποδεχθούμε αυτόν τον τρόπο λειτουργίας και επιλέξουμε το… αποστασιοποιημένο mode, ακόμα και μέσω της άκρως θετικής ενσωμάτωσης του Friends Pass (βλ. Split Fiction), το πρακτικό και παικτικό κομμάτι του παρουσιάζεται αρκετά ρηχό και ελλιπές.
Παραμένει, μέσω της επιφανειακής προσέγγισής του, να αντιμετωπίζει τους λίγους καινούριους μηχανισμούς του επαναλαμβανόμενα, χωρίς ιδιαίτερη φαντασία ή ευρηματικότητα, υπενθυμίζοντάς μας συχνά τους ίδιους τρόπους αντιμετώπισης των δυσκολιών από τα προηγούμενα κεφάλαια.

Μιας και πλέον πρόκειται για το τρίτο κομμάτι της σειράς, θα μπορούσαν αρκετά πράγματα να είχαν πάει ένα βήμα παραπέρα. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, η Supermassive να κρατήσει το βασικό ορόσημο των παιχνιδιών της και να δώσει ‘επιλογές βαρύτητας’ που να επηρεάζουν το τελικό έκβασμα της ιστορίας. Θα μπορούσε να βελτιωθεί επίσης στο κομμάτι του feedback από το DualSense, να παρέχει αυτή την αίσθηση του “γεύομαι όλες τις επιφάνειες που πατάω”. Να μεγιστοποιήσει την αλληλεπίδραση με τα πολύ όμορφα, πεταμένα αλλά και μη αντικείμενα που βρίσκουμε στην πορεία ή ακόμα και να επενδύσει περισσότερο σε διαφορετικές δράσεις και φάσεις των μηχανισμών του. Κάποιες τέτοιες κινήσεις θα ήταν θαρρώ ιδανικές ώστε να το ανεβάσουν μερικές σκάλες παραπάνω, να του δώσουν μια εξτρά ταυτότητα και να απορροφήσουν περισσότερο ενδιαφέρον από το κοινό. Πράγματα που, όπως φαίνεται, οι δημιουργοί άφησαν πιο πίσω στη λίστα προτεραιοτήτων τους.

ΜΑΣΚΑ ΔΕΝ ΕΧΩ ΝΑ ΓΥΡΝΩ ΣΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ ΕΤΟΥΤΟ

Αυτό που λατρεύω σε αυτή τη σειρά — και ο λόγος που κάθε φορά που κυκλοφορεί παρόμοιας φύσης τίτλος θα τραβάει το βλέμμα μου — είναι η ιστορία που διαδραματίζεται σε αυτά. Ενώ κυμαίνεται σε θέματα όπως η μοναξιά, το χάσμα μεταξύ παιδικής και ενήλικης ζωής, οι εφιάλτες και τα τραύματα όπως τα βιώνει ένα μικρό παιδί, παραμένει ελεύθερη σε μετάφραση — κάτι πιο ποιητικό στην επεξήγησή της και αυτό για μένα χτυπάει αμέσως φλέβα… Γιώργου.

Τώρα, οι δυο μικροί μας, ολοκαίνουριοι χαρακτήρες θα παγιδευτούν μέσα στο τρομακτικό The Spiral και θα προσπαθήσουν, με το δέσιμό τους, να αποδράσουν από αυτόν τον μουντό και σάπιο κόσμο. Διασχίζουμε τα γνώριμα Tim Burton-ικά σκηνικά με την χαρακτηριστική stop-motion αίσθηση: το μεγάλο καρναβάλι με σειρές από γλυφιτζούρια, δόντια κροκοδειλάκια, μισοφωτισμένα λαμπιόνια και τρενάκια του τρόμου, μέχρι τη χρυσαφί, σκονισμένη Necropolis, που θυμίζει μια άλλη Πομπηία, γεμάτη με πετρωμένα πτώματα και μια απέραντη έρημο στο background. Μέσα σε αυτά, φυσικά, συμμετέχουν κοράκια που τρέφονται από πτώματα, πλάσματα που ανοίγουν στη μέση αποκαλύπτοντας τους… εσωτερικούς τους κόσμους, μια δασκάλα ακρίδα και μεγαλειώδη πορσελάνινα μωρά έτοιμα να μας κάνουν μια χαψιά. Από πίσω, πάντα, ως γνωστόν συνεχίζει να αναπαράγεται ολόκληρο το εργοστάσιο παραγωγής των εφιαλτών που θα βιώσουμε εντός των επόμενων λεπτών.

Σχεδιαστικά οι μορφές, τα σκηνικά, τα πλάσματα και οι χαρακτήρες μας είναι κρατημένοι εμφανισιακά στο ίδιο μούντ βαριάς συναισθηματικής κόπωσης και γκρίζας πλαστελίνης, δηλαδή πανέμορφα, τρομακτικά και αποτρόπαια. Έχει γίνει αρκετά καλή δουλειά σε αυτόν τον τομέα και μπορώ να πω πως απόλαυσα όλες τις λίγο… διστακτικές ματιές που ρίξαμε μεταξύ μας, πριν ξεκινήσει η τρεχάλα.

…ΚΑΙ ΑΝ Η ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ ΕΙΧΕ ΡΟΔΕΣ ΘΑ ΗΤΑΝ ΠΟΔΗΛΑΤΟ

Η ιστορία του Little Nightmares III καταφέρνει να δώσει μια αφήγηση που συγκινεί χωρίς να εκβιάζει συναισθήματα. Η πλοκή παραμένει απλή αλλά όχι απλοϊκή, και σίγουρα πρόκειται να σας αγγίξει σε πολλαπλά σημεία του, φτάνοντας μέχρι και τον πυθμένα των ψυχών σας. Η Supermassive κατάφερε να κρατήσει το feeling των παιχνιδιών και να πετύχει αυτό το γλυκόπικρο συναίσθημα που ποτίζει το σώμα όλων των προηγούμενων κεφαλαίων.

Όπως είπα και στην εισαγωγή μου νωρίτερα, το τέλος του για εμένα ήταν κάτι το ασήκωτο και σίγουρα με έχει αφήσει να το σκέφτομαι μέχρι και αυτή τη στιγμή. Είναι μακράν το καλύτερο του κομμάτι όμως είμαι σίγουρος πως αυτό για πολλούς δεν θα είναι αρκετό. Που ούτε για εμένα είναι ρεαλιστικά. Το θεωρώ όμως μεγάλο κρίμα να χάνει στην συνολική εκτίμηση μας ενώ θα μπορούσε πραγματικά να είναι το τρίτο με τη σειρά του αστέρι της σειράς. Θα μπορούσε να ήταν ως οντότητα κάτι πολύ καλύτερο από αυτό που είναι και επειδή ακριβώς λατρεύω τη σειρά, στεναχωριέμαι λιγάκι παραπάνω για αυτό. Δεν θα μπω όμως σε περισσότερες λεπτομέρειες γιατί αξίζει πραγματικά να αφιερώσετε τον δικό σας χρόνο και να του δώσετε τη δική σας μετάφραση.

ΑΧΟΥ ΤΟ ΜΩΡΕ! ΤΙ ΓΛΥΚΟ ΜΩΡΑΚΙ! ΕΜΟΙΑΣΕ ΣΤΗ ΜΑΜΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΜΠΑΜΠΑ, ΑΡΚΕΤΑ!

Το τρίτο κεφάλαιο του franchise στέκεται δίπλα στους προκατόχους του, παρατείνοντας την κληρονομιά, με τους νέους δημιουργούς να καταφέρνουν να φέρουν εις πέρας την δουλειά. Όμως, αυτό είναι και το αρνητικό της υπόθεσης. Φαίνεται περισσότερο ως μια δουλειά του: “Να βγάλουμε ένα παρόμοιο αποτέλεσμα” παρά του: “Να δώσουμε κάτι παραπάνω, παίρνοντας κάποια ρίσκα”. Η σύγκριση με τους προκατόχους του είναι βέβαια αναπόφευκτη και εκεί ο τίτλος δείχνει να υστερεί αρκετά. Επειδή ακριβώς πρόκειται για το νέο “μεγάλο” κεφάλαιο της σειράς τότε αυτό θα έπρεπε να πραγματοποιήσει βήματα παραπάνω σε αρκετούς τομείς του και όχι να μοιάζει σαν μια παραλλαγή του ίδιου πλάνου. Σίγουρα θα υπάρξουν διφορούμενες απόψεις, είμαι βέβαιος για αυτό. Αν κάποιος λοιπόν το δει ως έναν standalone τίτλο και δεν έχει ασχοληθεί με το παρελθόν του σίγουρα θα το εκτιμήσει πολύ παραπάνω από κάποιον που έχει εντρυφήσει σε εκείνο. Η πραγματικότητα του όμως είναι πως η ονομασία που κουβαλάει και ο αριθμός στο τέλος αυτής είναι και αυτά που θα κριθούν στο τέλος της ημέρας.


Ευχαριστούμε πολύ την Bandai Namco Hellas για την παροχή του review copy!

6.5

Το Little Nightmares III κρατάει ζωντανή την ατμόσφαιρα του franchise, αλλά παραμένει προσκολλημένο στις ζώνες ασφαλείας του παρελθόντος χωρίς να πρωτοτυπεί.