THE LAST OF US PART I REVIEW

THE LAST OF US PART I REVIEW

All but grounded.

Η επιλογή της Sony να λανσάρει AAA PS3 αποκλειστικότητα μέσα στο 2013, ελάχιστους μήνες προ του PS4 λανσαρίσματος, είχε δημιουργήσει πληθώρα ερωτηματικών γύρω από τις προοπτικές ή τις φιλοδοξίες του επερχόμενου τότε The Last of Us και της Naughty Dog. Το μαξιλαράκι της τριπλής επιτυχίας των Uncharted υπήρχε, όμως ούτε ο πιο αισιόδοξος υπάλληλος του Καλιφορνέζικου στούντιο δεν είναι δυνατόν να οραματιζόταν το φαινόμενο στο οποίο έμελλε να εξελιχθεί αυτό το IP. Ο δημιουργικός δεσμός των Neil Druckmann και Bruce Straley βρήκε μπροστά του έναν βομβαρδισμό από δεκάρια, containers με βραβεία και ένα αρρωστημένα πιστό και ενεργό community. Μπορεί το πρωτοκλασάτο remaster του να το διαδέχθηκε το 2015, ενώνοντας το χάσμα ανάμεσα στις δύο κονσόλες της Sony, αλλά ο ηχηρός ερχομός του The Last of Us Part II και των νέων τεχνολογιών έβαλαν τους developers του στο τρυπάκι να αναδημιουργήσουν το θρυλικό τους πόνημα.

Για το Part I, από τη στιγμή που διέρρευσε μέχρι και σήμερα που σχεδόν κυκλοφορεί στην παγκόσμια αγορά, έχω να πω πως εξαντλήθηκα από τη γκρίνια και την τοξικότητα που αντίκριζα ημερησίως στα social media για το αν “χρειαζόταν” να υπάρχει και για το κατά πόσο δικαιούται να αποκαλείται “remake” ή να κοστίζει τόσο. Με το review μου θα ήθελα -όπως πάντα- να δώσω ευθείς απαντήσεις για τα παραπάνω ερωτήματα, τόσο σε υποψήφιους first-timers του The Last of Us, όσο και σε άτομα που το διπλοαγόρασαν σε PS3/PS4 και διστάζουν να ξοδέψουν χρήματα και για την PS5 εκδοχή του. Δεν ντρέπομαι καθόλου να σας προϊδεάσω πως -ενώ είχα και εγώ τις αμφιβολίες μου- θα συνιστούσα σε καθεμία από τις παραπάνω περιπτώσεις καταναλωτή να επενδύσει χρήματα και χρόνο στο παρόν προϊόν. Και αν με ρωτάτε αν είμαι βέβαιος πως αξίζει, η απάντησή μου είναι μία: I swear”.

Για εσένα που δεν έπαιξες ποτέ τον original τίτλο ή το Remastered, τα πράγματα είναι pretty much ξεκάθαρα: Ανήκεις στους λίγους και αξιοζήλευτους ανθρώπους που θα παίξουν πρώτη φορά ένα ασύγκριτο διαμάντι και σε φθονώ για αυτό. Βρίσκεσαι σε μία θέση/κατάσταση που θα πλήρωνα για να βρεθώ. Πολύ απλά επειδή θα γνωρίσεις ένα σύμπαν που πραγματεύεται zombie apocalypse, αλλά στην πραγματικότητα το χρησιμοποιεί μόνο και μόνο για να τονώσει τα υπερμεγέθη ρίσκα και τους αφόρητους κινδύνους σε μία κατά τα άλλα άκρως ανθρώπινη, ρεαλιστική ιστορία δύο ανθρώπων που είδαν κι απόειδαν για να επιβιώσουν. Θα ζήσεις την εξαιρετική γραφή του Neil Druckmann, που μετέτρεψε μία διαδραστική δυναμική λαθρέμπορα και φορτίου σε μία τρομερά συγκινητική σχέση πατέρα και κόρης. Αν εμένα με αγγίζει στο 8ο-9ο μου πια playthrough, φαντάσου τι ψυχολογική διαταραχή μπορεί να προκαλέσει σε σένα που θα μπεις tabula rasa.

Η περιπέτεια των Joel και Ellie δεν είναι τυχαία εμβληματική για το PlayStation και την πρόοδο του κινηματογραφικού gaming. Εξού και η ζήλεια μου προς εσέ που θα το ζήσεις από το μηδέν, γιατί θα έρθεις αντιμέτωπος με την βέλτιστη μορφή του ως πρώτο ερέθισμα και -πίστεψέ με- θα κορυφώσει τα στάνταρ των gaming επιλογών σου στην πορεία της ζωής σου. Για σένα, λοιπόν, που θα το απολαύσεις πρώτη φορά στο PS5 ή για τον φίλο σου που έχει μόνο PC και λαχταρά την άφιξή του, αξίζει 1000%. Και στα 80 και στα 100 και στα 200€ άμα λάχει, το The Last of Us Part I είναι αντικειμενικότατα η κορυφαία βερζιόν του παιχνιδιού που άλλαξε όλη την μετέπειτα ιστορία του PlayStation brand και την κατεύθυνση όλων των games του, όντας αισθητά ομορφότερο και λειτουργικότερο κάθε προϋπάρχουσας έκδοσης. Εσείς δεν έχετε λόγο να διστάσετε.

ΕΠΑΘΕ PART II

Σε εσάς τώρα που έχετε μια κάποια προϊστορία με τις δύο αρχικές editions και το Part II θα χρειαστεί να μπούμε σε πιο τεχνικές συζητήσεις για να σας αποδείξω το (στα μάτια μου) προφανές. “Τι έχει αλλάξει -ακούω να ρωτάτε- στο remake του The Last of Us”; Ας τα πάρουμε ένα-ένα. Δομικά; Τίποτα, δεν έχει επηρεαστεί καθόλου. Για να είμαστε πιο συγκεκριμένοι δεν έχει τοποθετήσει το παραμικρό του πλάνο διαφορετικά, ούτε καν ένα ξέμπαρκο ή ξαναγυρισμένο voice line. Και γιατί άλλωστε να παραμορφωθεί η γενική του εικόνα όταν είναι τόσο άριστα σκηνοθετημένο; Το story και η σειρά των γεγονότων είναι επίσης απείραχτα και ομολογώ πως δεν θα δεχόμουν κάτι διαφορετικό. Οποιαδήποτε παρεμβολή στο storyline μπορεί να διατάρασσε την ισορροπία του ίσως πιο καλογραμμένου video game της ιστορίας, κάτι που θα ήταν red flag για κάθε remake, πόσο μάλλον για έναν τόσο ευρέως αγαπητό τίτλο.

Η Naughty Dog επέλεξε να διατηρήσει τον βασικό πυρήνα απαράλλαχτο και να πειράξει τα τριγύρω φινιρίσματα, ώστε να υποδεχθούμε ένα The Last of Us όπως δεν το έχουμε ξαναδεί. Κρατώντας τις ίδιες στιγμές και βλέποντάς τις από την ίδια οπτική γωνία που τόσο μαεστρικά είχαν επιλέξει σχεδόν μία 10ετία πίσω, το παιχνίδι δεν θα δυσκολευτεί να σας υποχρεώσει να επενδύσετε συναισθηματικά και να κρατήσει σφιχτά την καρδιά του καθενός σας από το opening μέχρι και τον τελευταίο του διάλογο. Έχει περάσει καιρός από το πρώτο launch, ωστόσο εξακολουθεί να αποτελεί επίδειξη του interactive storytelling, κάτι που θα εκτιμήσετε ακόμα κι αν έχετε παίξει το παιχνίδι start-to-finish ισάριθμες ή και περισσότερες φορές από μένα. Μπορεί φαινομενικά να είναι το ίδιο game, είναι όμως τα αυξημένα επίπεδα ευκρίνειας και λεπτομέρειας που θα διεγείρουν τη νοσταλγία ενασχόλησης μαζί του, ακόμα και αν δεν πρωτοκυκλοφόρησε τόσο παλιά.

Αξιοποιώ το επιτηδευμένο αυτό segue για να μιλήσω για τις ουσιαστικές αλλαγές του Part I, που περιστρέφονται κυρίως -και όχι απολύτως- γύρω από τον τεχνικό του τομέα. Το πολυσυζητημένο remake έχει υποστεί τεράστιες αλλαγές οπτικά, χάρις στην ισχύ που είναι ικανό να προσφέρει το νέο hardware. Κρυστάλλινο 4K across the board, πολύ κοντινή ανάλυση και στο performance mode, με το τελευταίο να κλειδώνει για πλάκα τα 60FPS και να δίνει τη δυνατότητα για πολλά περισσότερα μέσω VRR. Δεν ξέρω τι αποκομίσατε από τα trailers του παιχνιδιού, εγώ δηλώνω με βεβαιότητα πως το TLOU Part I είναι ξεκαρδιστικά εντυπωσιακότερο του αυθεντικού experience. Οι δημιουργοί του δεν στηρίχτηκαν σε απλό upscaling, αντιθέτως μπήκαν σε διαδικασία ολικού redesign κάθε επιφάνειας και κάθε χαρακτήρα, μείζονος ή μη, σε βαθμό που το παιχνίδι είναι ευχάριστα αγνώριστο ανά σημεία. Και αν μέσα από τις ίδιες παρουσιάσεις εσείς είδατε “το πρώτο game με τα γραφικά του δεύτερου”, σας ρωτάω ξανά, που πληρώνω;

Πολλοί θα ξεγελαστούν από τη default ομορφιά στην οποία μας κακόμαθε η Naughty Dog με τον original τίτλο και την remastered έκδοση και θα νομίζουν πως οι αλλαγές δεν είναι μεγάλες. Βάζοντας όμως side-by-side κάθε τοποθεσία των τότε games και του Part I θα διαπιστώσετε με μιας τη μετάλλαξη, το graphical overhaul που μας υποσχέθηκαν και υλοποίησαν οι ταλαντούχοι designers, υπό τις εντολές των Mathew Gallant και Shawn Escayg. Παράλληλα, η άνοδος της ποιότητας των animations σε κινήσεις και εκφράσεις, φέρνει αληθοφάνεια και διαφορετικό impact σε κάθε εγκάρδια σκηνή ή μαχητική στιγμή, κάτι που έπαψε να παρατηρείται μόνο στις φάσεις όπου η κάμερα φωτίζει τους δύο πρωταγωνιστές, αλλά καλύπτει πια κάθε μορφή ή περιβάλλον του παιχνιδιού. Η Naughty Dog είναι η μητέρα των τεχνολογικών επιτευγμάτων στη gaming βιομηχανία και το The Last of Us Part I είναι ένα προκλητικό showboating δυνατοτήτων με μισο-αναβαθμισμένη μηχανή γραφικών.

THE UPGRADE OF US

Όταν ολόκληρο το video game έχει δεχθεί τέτοια εξωτερική επεξεργασία, είναι φυσικό και επόμενο να αφήνει άλλον απόηχο, να μοιάζει φρέσκο, να μας δημιουργεί την εντύπωση πως παίζουμε κάτι γνώριμο και συγχρόνως ολοκαίνουριο. Για αυτό το αποτέλεσμα είναι πρωτίστως υπεύθυνες οι ριζικές αλλαγές στους φωτισμούς, αφενός χάρις στην προσθήκη του ray-tracing και αφετέρου εξαιτίας του εξ ορισμού επανασχεδιασμού του art direction σε μερικά levels, που “σκοτείνιασε” ή “έλαμψε” περαιτέρω ορισμένες τραγικές ή ελπιδοφόρες στιγμές αντίστοιχα του σεναρίου. Όλη αυτή η ενίσχυση κορυφώθηκε με τη γέννηση ενός αναδιαμορφωμένου audio design, η διαφορά του οποίου είναι σοκαριστική. Πρέπει να έπεσε αξιέπαινη προσπάθεια στο sound department ώστε να έχουμε τόσο φανταστική εφαρμογή των 3D ήχων. Κάθε βήμα, κάθε κρότος, κάθε ανάσα, όλα τους ανταποκρίνονται ορθότερα και με περίσσεια ρεαλισμού σε κάθε μας επιλογή ή δραστηριότητα των Joel και Ellie. Σε αυτές τις δύο κατηγορίες ειδικά το Part I θάβει βαθιά την original εμπειρία.

Το bummer point για πολλούς προκλήθηκε από την παθητικότητα της Naughty Dog απέναντι στην ιδέα να παρέμβει μηχανικά στο gameplay, εφόσον πολλοί ζήτησαν να πραγματοποιηθεί η “Part II περιποίηση” που είδαμε στο οπτικοακουστικό τμήμα. Προσωπικά, δεν απαίτησα ούτε περίμενα να συμβεί κάτι τέτοιο, εφόσον έχω υπάρξει υπερευχαριστημένος από αμφότερα τα remakes της Bluepoint (Shadow of the Colossus και Demon’s Souls) που πάνω-κάτω άφησαν αναλλοίωτο τον τρόπο με τον οποίο παίζονται. Σε αντίθεση με αυτά, η Naughty Dog επέλεξε να επέμβει διακριτικά στα του gameplay, έχοντας ως γνώμονα τον εκσυγχρονισμό των AI συμπεριφορών. Δεν ήταν φαμφάρες αυτές οι δηλώσεις, αφού πράγματι, οι εχθρικές μονάδες φέρονται, κινούνται, συνεννοούνται με τρόπο πιο λογικό, ακριβώς όπως συμβαίνει στο sequel, κάτι που θα καταλάβουν ακόμα εύκολα όσοι τέσταραν ακόμα και το TLOU Remastered. Ελευθερώνοντας ορισμένα προδιαγεγραμμένα σενάρια μάχης, δόθηκε βούληση στα εχθρικά units (υγιείς κυνηγοί ή αναθεματισμένα clickers), καθιστώντας τα σαφώς πιο απρόβλεπτα προς τη δημιουργία μοναδικών, για τον κάθε παίχτη, playthroughs.

Δανείζεται και άλλες τεχνικές του Part II όπως τις satisfying παραμετροποιήσεις των όπλων στα workbenches, την ποικιλία από animations κατά τον διαμελισμό των αντιπάλων, αλλά και το παρακαλετό τους σε σενάρια όπου βρίσκονται ένα hit πριν τον θάνατο. Μέχρι εκεί όμως. Μην περιμένετε να δείτε τον Joel να αποκτά την ευελιξία της Ellie με ό,τι αυτό συνεπάγεται, ούτε να craftάρετε εκρηκτικά βέλη. Αντ' αυτού να προσγειωθείτε στην προσμονή μίας tweaked ροής των όσων αγαπήσατε στο The Last of Us Remastered. Ελαφρύ αεράκι ανανέωσης φέρνουν επιπλέον οι λειτουργίες του DualSense που προσδίδουν αξία και έμφαση σε κάθε συμβάν, από το τσεκούριασμα κάποιου μολυσμένου έως το ξέσκασμα των Ellie και Riley όταν παίζουν με τα νεροπίστολα στο εξίσου αναβαθμισμένο Left Behind. Και μιας και το αναφέραμε, μη το παραβλέψετε γιατί, αν και σύντομο, χαρίζει καθοριστικό context για το πώς μπλέχτηκε η Ellie σε αυτό το ταξίδι και στο πως διαμορφώθηκε η καίρια προσωπικότητά της.

Ιδιαίτερη αναφορά οφείλει να γίνει στα accessibility options που προστέθηκαν και ξεπερνούν τα 60, επιτρέποντας τη ρύθμιση κάθε πτυχής του The Last of Us Part I ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε παίκτη. Τα PlayStation Studios φαίνεται πως κονταροχτυπιούνται ώστε να πολλαπλασιάσουν τις επιλογές στο κομμάτι της προσβασιμότητας, και καλά κάνουν. Αυτές από μόνες τους θα ανοίξουν το δρόμο σε εκατομμύρια κόσμο που τις είχε ανάγκη, δίνοντας έναν ακόμη λόγο ύπαρξης στο remake. Μιας και κλείσαμε την παράθεση των αλλαγών και των προσθηκών, ας απαντήσουμε και στο γενικό ερώτημα που γεννήθηκε από το reveal του: Έχει λόγο ύπαρξης; Όσο κι αν θέλουν μερικοί haters να πω “όχι” ή απάντηση είναι ξανά ίδια: Είναι υποκειμενικό. Εγώ μπορεί να βρήκα νόημα στο photo mode, άλλος στο να δοκιμάσει τις δυνατότητές του στο νεοεισαχθέν speedrun mode. Για σένα που το έχεις παίξει 100 φορές και γνωρίζεις απ’ έξω κάθε σπιθαμή του, πράγματι ίσως να μην αξίζει να τα σκάσεις full-price, θα επιμείνω όμως στο ότι χρειάζεται να το αποκτήσεις έστω όταν σε καλύπτει η τιμή του.

(REMASTER)1000

Δεν παύω να πιστεύω πως ακόμα και όσοι το έχουν γεμίσει γρατζουνιές από τα replays θα δακρύσουν ευπρόσδεκτα στην όψη αυτού του remake, γιατί αυτή την ταμπέλα την κέρδισε με το σπαθί του. Και δεν είναι απλά “ένα remake” αλλά η επανέκδοση ενός από τα καλύτερα games όλων των εποχών, που όσο και αν φάνταζε τέλειο στην original και τη remastered έκδοσή του, το Part I μας απέδειξε πως ακόμα και το αψεγάδιαστο εμπεριέχει gray area. Αν λοιπόν εσύ και ο κάθε εσύ “δεν βρίσκεις νόημα” στην κυκλοφορία του για 3η φορά, σκέψου πως υπάρχουν άτομα που θα το παίξουν πρώτη φορά στο PS5, υπάρχουν οι PC gamers που έχουν λυσσάξει χρόνια τώρα για το πολυπόθητο port και άτομα με ειδικές ανάγκες, casuals ή καθημερινοί gamers που είδαν τις επιλογές προσβασιμότητας ή την ελληνική μεταγλώττιση ως μάνα εξ ουρανού. Για να το απολαύσουν όλοι αυτοί, λοιπόν, το The Last of Us Part I ίσως ήταν αναγκαίο.

Δεν είναι φθηνό. Όπως κανένα video game που πωλείται στη νέα full price τιμή, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ο βέλτιστος τρόπος να απολαύσετε ένα μοναδικότατο αριστούργημα, το status του οποίου βρίσκεται στην elite της ψυχαγωγίας. Το μόνο που στερείται του original είναι το Faction multiplayer mode, για το οποίο έχει δοθεί ήδη αντεπιχείρημα στο πρόσωπο ενός επερχόμενου, τεράστιου AAA online παιχνιδιού στο ίδιο σύμπαν. Πολλά θα μπορούσαν να πειραχτούν στη θεωρία, αλλά η οποιαδήποτε μετατροπή ενδεχομένως να απειλούσε την ακεραιότητα του σημαντικότερου PlayStation IP της σύγχρονης ιστορίας και -εμπιστευτείτε με- κανείς δεν θα ήθελε να το δει αυτό. Μπορεί να αναγνωρίζω όλα τα παραπάνω και σίγουρα δεν ανήκω σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες αγοραστών που ανέφερα προ ολίγου, αλλά παίζοντας το The Last of Us Part I και το Left Behind υπό αυτές τις συνθήκες αντιλήφθηκα πως και εγώ το χρειαζόμουν αυτό το remake και δεν το ήξερα καν.

Το The Last of Us Part I προσφέρει το παιχνίδι και το DLC που γνωρίζουμε πολύ καλά. Παίζεται όπως θυμόμαστε και δεν παρουσιάζει οφθαλμοφανείς ή ριζοσπαστικές αλλαγές στον τρόπο που λειτουργεί όταν έχουμε τον έλεγχο και ναι, η έκδοση από την οποία πηγάζει είναι σχετικά πρόσφατη. Με την ενισχυμένη του όμως αισθητική και την πρόοδο του sound design καταφέρνει να εκτοξεύσει το επίπεδο δύο εκπληκτικών ιστοριών, που είχαμε πιστέψει πως βάρεσαν ταβάνι. Είναι πιστό στα όσα έχτισε και σέβεται τα όσα δημιούργησε. Για τα δικά μου πρότυπα, το The Last of Us ήταν κάτι άφταστο, όμως το remake του είναι το κάτι άλλο.

Ευχαριστούμε πολύ το PlayStation Greece για την παροχή του review copy!
Συμπέρασμα:

Ανεξαρτήτως κόστους, το remake του The Last of Us μας υπενθύμισε γιατί θεωρείται ένα από τα κορυφαία games όλων των εποχών, ενώ στέκεται ως η μακράν εντυπωσιακότερη έκδοσή του.

10

Γράψτε ένα σχόλιο

Βεβαιωθείτε ότι έχετε εισαγάγει όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες, που υποδεικνύονται με έναν αστερίσκο (*). Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.