savethegame.gr

CODE VEIN II | Review

Κρίμα..

Το CODE VEIN ήταν ένα πολύ ιδιαίτερο παιχνίδι. Σε μία προ-Elden Ring εποχή, τα soulslikes που έβγαιναν από studio χωρίς το όνομα «FromSoftware« μπορούσες να τα μετρήσεις σε μία παλάμη. Από το πουθενά, την ίδια χρονιά που ο Miyazaki δεν έβγαλε soulslike αλλά το Sekiro, εμφανίζεται ένα anime game να γεμίσει το κενό. Παρά τα πολλά, για μένα, ψεγάδια του, το πρώτο CODE VEIN αγαπήθηκε για τη δυνατή ιστορία του και την anime παραλλαγή ενός σκληρού Dark Souls κόσμου. Επτά ολόκληρα χρόνια μετά, το sequel του anime souls είναι στα χέρια των παικτών, και ευτυχώς για όλους εσάς, αυτό συμπεριλαμβάνει και τα δικά μου. Δυστυχώς για μένα, αυτό συμπεριλαμβάνει και τα δικά μου.

VAIN WORLD

Το CODE VEIN II αψηφά την αγάπη του κοινού του για τον κόσμο που έχτισε ο προκάτοχός του και επιλέγει να πει μία καθαρά νέα ιστορία. Ίσως να φαίνεται κακή επιλογή, αλλά σέβομαι τρομερά το καλλιτεχνικό ρίσκο. Τα πράγματα δεν πάνε στραβά στην ιδέα μιας ασυνεχούς πλοκής, αλλά στην απλοϊκή υλοποίηση της. Στο CODE VEIN II ο κόσμος βρίσκεται στα όρια της καταστροφής. 

Ο χαρακτήρας μας αναγεννιέται από μία μυστική anime waifu -με μεγάλα μπούτια- καθώς είναι η μόνη που μπορεί να τον σώσει. Χρησιμοποιώντας τις δυνάμεις της, γυρνάμε πίσω στον χρόνο για να αλλάξουμε συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία θα επηρεάσουν τη δική μας, παροντική πραγματικότητα. Έχεις ένα μικρό déjà vu; Αυτό είναι επειδή αν ρωτούσες ένα AI chat bot να σου δώσει μία ιστορία ταξιδιού στον χρόνο, θα κατέληγες σε κάτι τρομακτικά παρόμοιο. Να ξεκαθαρίσω ότι δεν κατηγορώ τους συγγραφείς στην BANDAI NAMCO Studios για χρήση AI στη πλοκή τους -τους κατηγορώ για την προσπάθεια που ΔΕΝ έβαλαν στην δημιουργία ενός ελκυστικού setting. Κάθε γωνία της πλοκής φωνάζει «κακό anime fan service», με ένα συνοδευτικό φτιαγμένο από εγκληματικά μονοδιάστατους γυναικείους χαρακτήρες. Τα anime ως μέσο έχουν δουλέψει πολύ για να ξεφύγουν από ακριβώς αυτό το στερεότυπο, και το CODE VEIN απλώς μας γυρνά 10 χρόνια πίσω.

Ο ίδιος ο κόσμος και το περιβάλλον του έχουν υποστεί μια κακή Elden-Ringοποίηση. Φαίνεται να προσπαθεί να σερφάρει πάνω στην επιτυχία του Elden Ring ανοίγοντας τον κόσμο του, χωρίς όμως να έχει τη παραμικρή ιδέα πώς να το κάνει. Εκεί που το πρώτο παιχνίδι είναι σκοτεινό, αιματηρό και ασφυκτικό, το CODE VEIN II προσφέρει ανοιχτά επίπεδα με γρασίδι και μερικές πέτρες, με τα περιστασιακά κατεστραμμένα μέρη κάποιας πόλης να κάνουν την εμφάνισή τους. Το art direction είναι σπασμένο και σκόρπιο στο πάτωμα, με όλα τα περιβάλλοντα να μου δίνουν την εντύπωση κομματιών παζλ που κάπως έχουν τοποθετηθεί λάθος. 

Περνώντας στην gameplay πλευρά, η εξερεύνηση κατέληγε να είναι πάντα μία μονότονη διαδικασία, με ό,τι item έβρισκες απλά να βρίσκεται τυχαία τοποθετημένο σε κάποιο ανοιχτό σημείο, ενώ τα side quests που μπορεί να έβρισκες αποτελούνταν κυρίως από το κλασικό καθάρισμα ενός εχθρικού camp. Με όλο αυτό το χάος, θα περίμενες τουλάχιστον να έχει μετακινηθεί η προσοχή τους στην ομορφιά του ανοιχτού κόσμο, όμως θα ήσουν λάθος. Με κάποιον μυστήριο -σχεδόν μαγικό- τρόπο το δεύτερο παιχνίδι δείχνει χειρότερο από τον επτάχρονο πρόγονό του. Αδυνατώ να καταλάβω το πώς ο κόσμος κατάφερε να με ξαφνιάσει με κάθε του πτυχή… αλλά με τη κακή έννοια.

HIT OR MISS

Ας περάσουμε στο κυρίως πιάτο του CODE VEIN II, αλλά και του soulslike genre γενικότερα -στις μάχες. Το sequel δεν στρέφεται πολύ μακριά από τον προκάτοχό του στο συγκεκριμένο κομμάτι, με μηχανισμούς όπως τα blood codes να επιστρέφουν δυναμικά. Στα θεμέλιά της, η σειρά ακολουθεί τη βασική συνταγή της FromSoftware, αφήνοντας μικρές πινελιές αυθεντικότητας εδώ και εκεί. Κανένα πρόβλημα με αυτό, όλοι μας ζητάμε περισσότερο Dark Souls στη ζωή μας. Εκεί που μπουρδουκλώνεται το CODE VEIN II είναι στην ολική αίσθηση. Παίζοντας το παιχνίδι, υπάρχει συνεχώς ένα κουνούπι δίπλα στο αυτί σου που σου ψιθυρίζει ότι κάτι πάει στραβά. Το animation ήταν κάπως περίεργο, η επίθεση ήταν απροσδόκητα αργή, η συνέχεια και η ροή της μάχης απλώς χάνονται. Ο «χορός» που κάνει κάθε αξιόλογο boss να λάμπει απλώς δεν είναι εκεί. Δεν μπορώ να το αρνηθώ, υπάρχουν στιγμές που η μάχη κάνει κλικ και χαίρομαι που παίζω CODE VEIN. Η συντριπτική πλειοψηφία της εμπειρίας ωστόσο είναι γεμάτη στιγμές σύγχυσης και θυμού.

Δυστυχώς, στο clunky combat συνεισφέρουν και τα περισσότερα είδη των εχθρών που αντιμετωπίζεις. Πέρα από τη μικρή γκάμα διαφορετικών εχθρών που συναντάς, ο καθένας από αυτούς φαίνεται να καταφέρνει να σπάει το παιχνίδι. Οι φορές που χτυπήθηκα πίσω από τοίχο ή κολώνα είναι αμέτρητες, αλλά ταυτόχρονα η δυσκολία τους όταν αντιδρούν κανονικά παραμένει ελάχιστη, προσφέροντας μία εμπειρία που μονάχα σε κουράζει. Τα bosses, από την άλλη, χρησιμοποιούν τα θεϊκά τους δώρα για να σε αναγκάσουν να αφήσεις κάτω το χειριστήριο. Τα ανώμαλα hitboxes κυριαρχούν σε κάθε μάχη, ενώ ταυτόχρονα το boss στριφογυρίζει όλο του το σώμα αστραπιαία για να σε χτυπήσει, παρόλο που έχεις βρεθεί μαεστρικά στη πλάτη του μετά από δύο λεπτά dodging. Όπως είπα και για το combat, υπάρχουν ορισμένες στιγμές που τα bosses στο CODE VEIN II αστράφτουν. Κρίμα που αυτές οι αναλαμπές διαρκούν ένα μέγιστο χρονικό διάστημα 30 δευτερολέπτων.

Το ένα στοιχείο που μπορώ να αποδώσω με σιγουριά στο CODE VEIN II είναι η σταθερότητα του. Ακόμη και το menu είναι ένα μεγάλο μπάχαλο. Αριθμοί γεμίζουν την οθόνη σου απευθείας με το που το ανοίξεις, κάτι που, παρά τα δεκάδες tutorial παράθυρα που πετάει, το παιχνίδι δεν καταφέρνει ποτέ να εξηγήσει. Τι είχε δαιμονίσει τους developers και αποφάσισαν να μην σε αφήνουν να κάνεις level up τα stats που θες εσύ και ταυτόχρονα να κάνουν το χτίσιμο των builds μίζερο, δεν θα καταλάβω ποτέ. Σαν να μην έφτανε αυτό, κάθε εχθρός φαίνεται να κουβαλάει και ένα διαφορετικό υλικό για crafting, ένα σύστημα που μόνο πονοκέφαλο προκαλεί σε ένα ήδη χαοτικό UI. Καθ’ όλη τη διάρκεια του playthrough μου, προσπαθούσα να ανοίγω το menu μόνο για τα απολύτως απαραίτητα, ώστε να μην νευριάσω και χρειαστεί να αφήσω κάτω το χειριστήριο. Καταλαβαίνω ότι τα παιχνίδια εξελίσσονται, ότι η ζωή η ίδια γίνεται πιο περίπλοκη κάθε μέρα που περνά. Ας αφήσουμε τα menus έξω από αυτό. Δεν θέλω να κάνω launch το αγαπημένο μου soulslike και να πρέπει να δώσω ηλεκτρονικές εξετάσεις για να σφάξω τους εχθρούς μου.

ΔΕΝ ΠΑΙΖΕΤΑΙ

Μπορεί να νομίζεις πως είναι ώρα να σταματήσω να γκρινιάζω για το CODE VEIN II. Πως αποκλείεται να υπάρχει κάτι άλλο που πάει στραβά. Ποτέ μην λες ποτέ. Έχω κρατήσει το καλύτερο-χειρότερο για το τέλος. 

Το παιχνίδι τρέχει σαν άλογο χωρίς πόδια. Ανά πάσα στιγμή, οτιδήποτε και να συμβαίνει, υπάρχει κίνδυνος να πέσουν τα frames σου. Και δεν εννοώ να στραβοπατήσουν λίγο και να έχεις 5-6 frames λιγότερα. Αν θες να παίξεις anime souls 2 πρέπει να δεχτείς τα 12FPS moments. Τα συνεχόμενα κολλήματα, τα inputs που δεν διαβάζονται ποτέ, τα αντικείμενα και textures που αδυνατούν να αποφασίσουν αν θέλουν να υπάρχουν ή όχι. Είναι απαράδεκτο να μην μπορούν πλέον τα παιχνίδια που κυκλοφορούν να τρέχουν σταθερά 60FPS στο καινούριο hardware, ειδικά τίτλοι όπως το CODE VEIN II με τα PS2 γραφικά του. Η κατάσταση στην PC έκδοση που έπαιξα εγώ δεν διαφέρει από τις κονσόλες, με τα crashes να είναι συχνό φαινόμενο για όλους τους παίκτες, ανεξαρτήτως της δύναμης του υπολογιστή τους. Η τεχνική κατάσταση του CODE VEIN II είναι ένας τέλειος καθρέφτης για το παιχνίδι ως σύνολο.

Ήθελα πολύ να μου αρέσει το CODE VEIN II. Το πρώτο παιχνίδι, αν και όχι το αγαπημένο μου, είχε μια ξεχωριστή ταυτότητα. Τόλμησε να είναι soulslike με τον δικό του τρόπο, πριν από όλη τη μαζική souls υστερία που έφερε το Elden Ring. Το CODE VEIN II πέφτει θύμα της μοντέρνας soulslike δημοφιλίας και καθαρά αποτυγχάνει να ανταπεξέλθει στις προσδοκίες που συνεπάγονται με αυτό. Όσο και να το μίσησα, λυπάμαι πραγματικά που ένα μέρος του genre έπεσε έτσι. Ελπίζω η ομάδα πίσω από το παιχνίδι να καταφέρει να επιστρέψει δυναμικά στο μέλλον και να παραδώσει ένα τίτλο άξιο να σταθεί δίπλα στα μεγαθήρια.


Ευχαριστούμε πολύ την Bandai Namco Hellas για την παροχή του review copy!

5
Το CODE VEIN II είναι ένα soulslike που έχει χάσει την ψυχή του. Άφησε πίσω όλα τα στοιχεία που καθιστούσαν τον προκάτοχό του ιδιαίτερο, μονάχα για να κυνηγήσει απελπισμένα τη λάμψη των τιτάνων του genre. Μία λάμψη που, αποτυγχάνοντας να κατανοήσει την προέλευση της, αδυνατεί να αγγίξει.