Υποσχέθηκα στον εαυτό μου όσο έπαιζα το Nikoderiko: The Magical World πως όταν έρθει η ώρα να το κριτικάρω θα δείξω ανωτερότητα και θα αποφύγω να κατηγορήσω τη VEA Games ότι κόπιαρε τον Crash, σε αντίθεση με την υπόλοιπη gaming κοινότητα. Οι σημειώσεις μου γύρω από τα όσα σκόπευα να σας περιγράψω έδειχναν πως μάλλον θα τα καταφέρω, αλλά όλα άλλαξαν τη στιγμή που ένα οικογενειακό μου πρόσωπο, που δεν ασχολείται με αυτά, με ρώτησε βλέποντας να παίζω: «Crash είναι αυτό»; Οπότε δεν έχει πια νόημα να προσπαθήσω να σας πείσω ότι τα δύο platformers δεν είναι πανομοιότυπα, και εδώ που τα λέμε δεν χρειάζεται κιόλας.

Εδώ, λοιπόν, δεν υπάρχουν Crash, Coco και Dr. Neo Cortex, αλλά Niko, Luna και Baron Grimbald αντίστοιχα, σε μία πιο πειρατοφανή περιπέτεια από άποψη εικόνων. Οι χαρακτήρες μας είναι δύο χαμογελαστές και θαρραλέες μαγκούστες, άρα καλύπτουν δηλαδή το στερεότυπο του να ανήκουν σε είδος του ζωικού βασιλείου που σπάνια ακούμε. Ο κακός μας είναι μία πλούσια, καλοντυμένη, σατανική, δόλια κόμπρα -ή απλά «φίδι»- και θέλει να αποκτήσει θησαυρούς, δύναμη και κυριαρχία στο μαγικό νησί όπου διεξάγονται τα γεγονότα του παιχνιδιού. Αυτό αυτομάτως διασπά τις πίστες σε 7 διαφορετικούς θεματικά κόσμους (ζούγκλα, χιόνια, κλπ.) με κάθε τσιράκι/μούτσο του βαρόνου να φυλά τις εξόδους.
Τα επίπεδα που θα χρειαστεί να ολοκληρώσετε για να φτάσετε στον τερματισμό έχουν διάφορες μορφές, αλλά είναι συγκεκριμένα τα πράγματα που μπορείτε να κάνετε μέσα σε αυτά. Ο Niko και η Luna χοροπηδάνε, σκύβουν, πέφτουν σε τάκλιν και μπορούν να πετάξουν συγκεκριμένα αντικείμενα προς τους εχθρούς τους. Χωρίς εξαίρεση, σε όλα τα levels μαζεύετε πυγολαμπίδες, τέσσερα γράμματα που σχηματίζουν το «NIKO», πάπυρους, διαμάντια και μεγαλονομίσματα, οδεύοντας προς το πέρασμα της πίστας και την προσέγγιση ενός μεγάλου boss. Δομικά επομένως μοιάζει τόσο στους DK και Crash όσο και σε κάθε παιχνίδι της κατηγορίας τους.

Μέσα στην κοινοτυπία των πραγμάτων, υπάρχουν στοιχεία του Nikoderiko: The Magical World που θα σηκώσουν φρύδια, με την καλή έννοια, ξεκινώντας από το βασικότερο χαρακτηριστικό όλων των παιχνιδιών του genre που είναι φυσικά η κίνηση του χαρακτήρα. Ως το πρώτο πράγμα που μας διδάσκεται, όπως και ως αυτό που θα κληθούμε να βάλουμε σε προτεραιότητα στο 90% του παιχνιδιού, ο χειρισμός και η ακρίβεια στις εντολές που δίνουμε στους πρωταγωνιστές είναι αξιοθαύμαστος. Η απόκριση σε περιβάλλοντα και άνισες πλατφόρμες όπου απαιτούνται precision jumps, wall jumps, dashes και πολλοί ακόμα μηχανισμοί είναι ευχάριστα συνεργάσιμη.
LET’S CRASH THIS GENRE
Ακόμα πιο εντυπωσιακό, λοιπόν, το ότι όλες οι παραπάνω επιλογές προόδου μέσα στα levels είναι εξίσου λειτουργικές και ανεπηρέαστες κατά τις μεταβάσεις που πραγματοποιεί το παιχνίδι. Το Nikoderiko: The Magical World προσφέρει πολύ ομαλά transitions από 2D σε 3D, αποφεύγοντας τις άτσαλες προσαρμογές του gameplay που συναντώνται σχεδόν σε κάθε 2.5D platformer που δοκιμάζει κάτι ανάλογο. Δύσκολα θα συναντήσετε τέτοια «συνέχεια» σε παιχνίδι που δεν λέγεται «Crash», «Spyro» ή «Sonic». Και αυτή η «συνέχεια» έχει και συνέπεια, ακόμα και όταν το παιχνίδι πειραματίζεται με -δυστυχώς συνηθισμένες και πάλι- τεχνικές εναλλαγής του gameplay, όπως είναι η “Crash Cam” (όταν κάτι κυνηγάει τον χαρακτήρα προς την οθόνη), το Flappy Bird-like χοροπήδημα (σε σειρά άλματα χωρίς να ακουμπήσουμε πάτωμα ή ταβάνι) και το κολύμπι.

Αυτό βέβαια που προσωπικά μου άρεσε περισσότερο στο Nikoderiko: The Magical World, που παρεμπιπτόντως χάνουν ή δεν πετυχαίνουν τέτοια knock-offs, είναι η μεθοδικότητα και ο συγχρονισμός που ζητά από τον παίκτη. Είναι εύκολο να καταλάβει κανείς τη διαφορά ανάμεσα σε ένα παιχνίδι που δεν ενδιαφέρεται για το πού και πότε θα πάρει αυθόρμητες αποφάσεις ο παίκτης για να μην πέσει στο κενό ή να μην χτυπηθεί από έναν εχθρό, και σε ένα άλλο game όπου τα βατά σημεία της πίστας και οι εχθροί του είναι στρατηγικά τοποθετημένα. Αυτή είναι και η διαφορά μεταξύ ενός προχειροβγαλμένου level design και ενός υπολογισμένου σχεδιασμού. Το συγκεκριμένο σίγουρα ανήκει στη δεύτερη περίπτωση, εφόσον είναι πολλά τα σημεία όπου απαιτεί συγκέντρωση και μία συγκεκριμένη αλληλουχία κινήσεων αν θέλουμε να φτάσουμε τον Niko ή τη Luna (ή και τους δύο μαζί) στην απέναντι μεριά με ασφάλεια.
FIGHTING WITH ITSELF
Υπάρχουν βέβαια και αρκετά πράγματα που με ενόχλησαν σε αυτή την πολύ colorful περιπετειούλα. Για παράδειγμα, δεν βρήκα διασκεδαστικό κανένα από τα boss fights. Έχουν περισσότερο σκέλος από ό,τι φαντασία. Και γενικά δεν είμαι φαν της συμμετοχής κανενός εχθρού σε αυτό το παιχνίδι, αφού όλοι τους έχουν αυτή την αυτοκτονικά ανόητη Mario Goomba συμπεριφορά που τους αναγκάζει να πηγαίνουν αριστερά-δεξιά και να καταλήγουν να πέφτουν στα σημεία που προφανώς κανείς δεν πρέπει να δοκιμάσει να πατήσει. Ούτε κατάλαβα γιατί να κυνηγάμε να τους παλέψουμε όλους και να εξερευνήσουμε κάθε σημείο και secret level, όταν όλα όσα συλλέγουμε στο παιχνίδι εξαργυρώνονται σε κάτι σαν γλωσσάριο. Είναι ίσως το platformer με τη μικρότερη -αν όχι μηδενική- completionist αξία που έχω παίξει.

Αν κλείσετε τα μάτια σας τόσο ώστε ίσα να βλέπετε στην οθόνη σας -και με λίγα νοσταλγικά παιχνίδια του μυαλού- ίσως αυτή η θολότητα να σας πείσει ότι παίζετε Donkey Kong Country ή Crash Bandicoot. Με εξαίρεση κάτι mountable ζωάκια-βοηθούς που εμφανίζονται πού και πού στο Nikoderiko: The Magical World, όλα τα υπόλοιπα που θα συναντήσετε σε αυτό εμπνέονται πολύ από τους δύο αυτούς τίτλους και το γεγονός ότι το gameplay είναι σε γενικές γραμμές well-crafted θα βοηθήσει και εσάς -και κάποιον που τυχαία θα σας δει να παίζετε- να ξεγελαστείτε. Συμβαδίζει και τεχνικά με τα animated έργα του σύγχρονου gaming. Οπότε χαρακτηρίζεται εύκολα μία 2.D platformer εναλλακτική, που κάνει σωστά πολλά αρκετά από τα πράγματα που οι συνάδελφοι του δεν σκέφτηκαν καν να εξετάσουν, αλλά έχει και πολλά περιττά στοιχεία και κομμάτια που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στις νεόβγαλτες μασκότ.
Ευχαριστούμε πολύ τις VEA Games και Knights Peak για την παροχή του review copy!