Μία φορά και έναν καιρό, στον αμερικανικό βαθύ Νότο, και πιο συγκεκριμένα σε μία μυστηριώδη πόλη που ονομάζεται Prospero, μία κοινότητα ζει -σχετικά- αρμονικά, προσπαθώντας να ανταπεξέλθει στους συνεχείς τυφώνες που την ταλανίζουν. Σε ένα από αυτά «χαριτωμένα», και από τον χρόνο χτυπημένα, ξύλινα σπιτάκια κατοικεί η Hazel, μία χαρωπή νεαρή κοπέλα, που λατρεύει τον στίβο, ενώ αν ζούσε στην Ελλάδα σίγουρα θα χαρακτηριζόταν ως «φασαία», κυρίως λόγω των στιλιστικών της επιλογών. Μαζί της, διαμένει και η μητέρα της, η οποία ως κοινωνική λειτουργός της πόλης προσπαθεί πάντα να δίνει το κάτι παραπάνω, σε όποιον το χρειάζεται.

Μία νύχτα, όμως, ένας πιο δυνατός τυφώνας έπληξε ξανά την πόλη του Prospero, με τα ορμητικά νερά αυτή τη φορά να παρασέρνουν το σπίτι της Hazel, ενώ μέσα βρισκόταν η μητέρα της. Η Hazel, αντικρίζοντας αυτή την πρωτοφανή για αυτή κατάσταση, τρέχει πανικόβλητη να προλάβει το σπίτι της, όμως διαπιστώνει πως σε αυτή τη λασπωμένη και γεμάτη απόνερα πορεία που καταγράφει τα μετάλλια του στίβου που έχει συλλέξει δεν έχουν καμία ισχύ. Χωρίς πολλή σκέψη, η ίδια αποφασίζει να ξεκινήσει ένα -μακρύ όπως αποδείχθηκε- ταξίδι αναζήτησης, μη λογίζοντας τίποτα. Μπορεί, βέβαια, η Hazel να έχασε τη μητέρα της, όμως στο δύσβατο αυτό ταξίδι ανακάλυψε τυχαία τον αυτοσκοπό της. Και εκεί, λοιπόν, ξεκινάει μία όμορφη, αλλά δυσβάσταχτη περιπέτεια.
Ο ΚΟΜΠΟΣ ΕΙΧΕ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑ
Όπως προδίδει το ύφος μου, το South of Midnight είναι ποτισμένο με διάφορα παραμυθένια στοιχεία, με την αφήγησή του να θυμίζει πολλές φορές τις ενδιαφέρουσες ιστορίες που είτε μας λέγανε, είτε τις διαβάζαμε μικροί. Η Hazel μπορεί να μην είναι η στερεοτυπική πριγκίπισσα, καθώς οι βάλτοι του Νότου δεν ενδείκνυνται για υπέρλαμπρα γοβάκια, όμως αργά η γρήγορα, καταφέρνει να γίνει η ηρωίδα της καρδιάς μας, κυρίως χάρις στις ενδιαφέρουσες δυνάμεις που φαίνεται να έχει, αλλά και εξαιτίας των αδυναμιών της που φανερώνουν την ανθρώπινη και ρεαλιστική υπόστασή της.

Μιλώντας για δυνάμεις, η Hazel μπορεί να θεωρηθεί καταραμένη ή ευλογημένη, αναλόγως την οπτική του καθενός, καθώς όπως όλα δείχνουν είναι υφάντρα. Στο σύμπαν του South of Midnight παράλληλα με την πραγματικότητα υπάρχει και το μεγάλο υφαντό, ένας άυλος κόσμος κλωστών που συνδέει όλα τα πράγματα μεταξύ τους και που επηρεάζει και επηρεάζεται άμεσα από την ψυχική υγεία των ανθρώπων. Τα βαριά και αγιάτρευτα εσωτερικά τραύματα καταστρέφουν τα νήματα του υφαντού, τα οποία αντικαθίστανται από στίγμα, το οποίο με τη σειρά του γεννά τα Haints, δηλαδή τους εχθρούς της ιστορίας μας.
Ο,ΤΙ ΦΥΛΛΟ ΚΑΙ ΑΝ ΤΡΑΒΗΞΩ ΒΓΑΙΝΕΙ ΠΑΝΤΑ ΘΑΝΑΤΟΣ
Η Hazel δεν βλέπει μόνο αυτά τα στίγματα, αλλά με τη βοήθεια των εργαλείων της μπορεί να επέμβει και να τα ξηλώσει, επουλώνοντας σημαντικά τις πληγές που είχαν δημιουργηθεί από τον αφόρητο πόνο. Η Hazel απαλύνει, γαληνεύει και φέρνει ξανά την ελπίδα. Στο ταξίδι της, πέραν από γραφικούς μυστήριους τύπους, θα γνωρίσει και διάφορα μυθικά πλάσματα, τα οποία τριγυρνάνε στα βαλτώδη τοπία, με τους φρικιαστικούς μύθους που έχουν δημιουργηθεί για αυτά να τρομάζουν τους πλανόδιους. Στην αρχή, μπορεί οι χαρακτήρες να φαίνονται ως απλοί NPCs, όμως γρήγορα γίνεται αντιληπτό πως στον κόσμο του South of Midnight όλοι έχουν ένα περίεργο background, το οποίο σαν κουβάρι ξετυλίγεται σταδιακά, έως ότου η Hazel να το αποκαλύψει.

Ομολογώ πως δεν το περίμενα, η Compulsion Games, αν και είχε πρωτότυπες ιδέες στα δύο προηγούμενα -στην καλύτερη- χλιαρά παιχνίδια της, στερούνταν από ουσία και ποιοτικό storytelling. Κάτι που στο South of Midnight ΛΑΜΠΕΙ. Η ιστορία του παιχνιδιού είναι ποτισμένη με πόνο, άφθονο πόνο, και αποτρόπαια εγκλήματα που σοκάρουν. Η Compulsion Games μάλιστα, δεν ακουμπάει απλώς τα θέματα, αλλά προσπαθεί να λειτουργήσει σε βάθος, ανακαλύπτοντας τα πραγματικά αίτια των ολέθριων εγκλημάτων κάθε φορά. Επιλέγει να εξερευνήσει πτυχές δύσκολων θεμάτων, σχολιάζοντάς τα με προσοχή. Φυσικά, για τον καθένα είναι πολλή λεπτή η γραμμή του «εξιστορώ μία κατάμαυρη ιστορία» με το «επικαλούμαι εσκεμμένα το συναίσθημα» ως τρόπο αφήγησης. Η απάντηση μου επί του θέματος είναι αρκετά απλή: Όταν ένα παιχνίδι επιλέγει να πραγματεύεται ως πρωταρχικό του θέμα την ψυχική υγεία, τότε θα πρέπει να έχει το σθένος να το υποστηρίξει μέχρι τέλους. Και αυτό κάνει.
Το South of Midnight σοκάρει, στεναχωρεί, ξαφνιάζει, ταράζει και γενικά προκαλεί έντονα αρνητικά συναισθήματα, πάντα με στόχο να τα «γιατρέψει», χάρις στη βοήθεια της συνεσταλμένης Hazel. Καιρό είχα να νοιαστώ τόσο για τους χαρακτήρες και τις ιστορίες τους, ενώ είχα καιρό να γνωρίσω τόσο ενδιαφέρουσες και μυστικιστικές προσωπικότητες. Πέρα φυσικά από την γραφή, σε αυτό βοηθάει και το ταιριαστό voice acting, το οποίο μένει πιστό στο κλίμα του αμερικανικού Νότου, με βαριές και τραχιές προφορές να επικρατούν, ειδικά από όσους κατοικούν ακόμα στα σπίτια που είναι σαν τρώγλες. Η ιστορία είναι συνεπέστατη και υπηρετεί πάντα τη γενική ιδέα του παιχνιδιού, με διάφορες ευχάριστες λεπτομέρειες να το επιβεβαιώνουν συνεχώς. Βέβαια, μία καλή ιστορία δεν φέρνει την άνοιξη, ειδικά στους γεμάτους από δεντρομπούκαλα βάλτους του παιχνιδιού.
60FPS ΜΕ ΣΠΑΣΤΑ ΚΑΡΕ «ΤΡΕΧΟΥΝ» ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ
Αυτό που ξεχώριζε από τα πρώτα trailers ήταν η επιλογή του stop motion καρέ, που προσφέρει μία εσκεμμένη σπασμωδική κίνηση σε ό,τι κινείται μέσα στον χώρο του παιχνιδιού, σαν να εναλλάσσονται ταχύτατα διαδοχικές φωτογραφίες, ενώ οι χαρακτήρες είναι λες και φτιάχτηκαν στο χέρι από πλαστελίνη. Αδιαμφισβήτητα, η Complulsion Games επέλεξε να πάρει ένα μεγάλο ρίσκο, που εξαιτίας της λεπτομερούς και προσεγμένης δουλείας της το μετέτρεψε σε πλεονέκτημα. Η ιδιαίτερη αυτή τεχνοτροπία προσέδωσε στο παιχνίδι μία γλυκιά και φινετσάτη ταυτότητα, ενώ σε συνδυασμό με τα χρώματα που έχουν επιλεγεί, τονίζουν καλλιτεχνικά το παραμυθένιο ύφος του παιχνιδιού.

Δεν είναι, όμως, μόνο το stop motion καρέ που ξεχωρίζει, αφού το art direction ολάκερου του παιχνιδιού κερδίζει τις εντυπώσεις, έχοντας ένα γοτθικό στυλ, με εξαίρετη λεπτομέρεια. Απόδειξη αυτού αποτελούν οι εσωτερικοί χώροι αρκετών σπιτιών, που η κάθε τους γωνιά ξεχειλίζει από τέτοια στοιχεία. Εμβληματικοί περίεργοι πίνακες, εντυπωσιακά κηροπήγια και πολυέλαιοι, κιτς ταπετσαρίες και χαλιά, ραμμένες στο χέρι διάφανες κουρτίνες, βαλσαμωμένα ζώα και διάφορα άλλα διακοσμητικά μπιμπελό, ζεσταίνουν με έναν ιδιαίτερο τρόπο την ατμόσφαιρα. Ομορφιά βρίσκεται επίσης και σε ό,τι σκοτεινό, απρόσιτο και από τη μοίρα παραδομένο μέρος συναντάμε στις Νότιες αυτές περιοχές.
ΠΑΛΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΑΠΑΡΧΑΙΩΜΕΝΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ
Για να καταφέρει η Hazel να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες θα πρέπει να παλέψει… κυριολεκτικά. Στο South of Midnight συναντάμε ένα συμβατικό combat, με τη Hazel να διαθέτει πέρα από melee όπλα και διάφορες δυνάμεις, που θα τη βοηθήσουν να ακινητοποιήσει, να εκτοξεύσει και να έρθει πιο κοντά με κάθε Haint. Αν και οι μάχες είναι διασκεδαστικές, γρήγορα μπορούν να θεωρηθούν παρωχημένες, πλην ορισμένων εξαιρέσεων, καθώς οι εχθροί, το pace και οι συνθήκες είναι παράγοντες που παραμένουν στάσιμοι, ενώ το αναγκαστικό «ξήλωμα» κάθε εχθρού μετά την εκτέλεση του, αν και πιστό στην ιστορία, γίνεται εν τέλει λίγο ενοχλητικό.

Ντεκαυλέ είναι επίσης πως κάθε μάχη πραγματοποιείται σε συγκεκριμένους χώρους (αρένες), που μάλιστα είναι διακριτοί πριν μπούμε σε αυτούς. Ως αποτέλεσμα, δεν θα βιώσουμε καμία αίσθηση έκπληξης ή ταραχής μίας απρόσμενης μάχης, ενώ οι αρένες στο μυαλό μου θεωρούνται αναγκαίο πλαφόν μίας άλλης εποχής, που μας έχει αφήσει εδώ και χρόνια.
ΤΕΛΙΚΑ ΚΛΑΙΝΕ ΚΑΙ ΟΙ ΧΟΡΔΕΣ
Το platforming παίρνει ένα τσακ καλύτερο βαθμό -κυρίως γιατί προέρχομαι από το άριστο σε αυτό τον τομέα Split Fiction- με τις διάφορες, σχετικά εύκολες, προκλήσεις να λειτουργούν ως εργαλεία εξερεύνησης εντυπωσιακών τοπίων. Ο καλύτερος φίλος του platforming στο South of Midnight είναι το traversal της αέρινης Hazel, καθώς είναι ευχάριστο, εθιστικό και λειτουργικό, καλύπτοντας με φινέτσα και ευκολία μεγάλες αποστάσεις. Πάντως, κάθε chapter, ειδικά στην αρχή, προσπαθεί να εμπλουτίζει με μηχανισμούς το gameplay, φρεσκάροντάς το κάπως.

Πώς, όμως, δένει ακόμα πιο αρμονικά η γεμάτη με σκοτεινή πίσσα ιστορία του παιχνιδιού, με το εκπληκτικά όμορφα δυσπρόσιτο art direction; Μα φυσικά, με τη μουσική. Η Compulsion Games επέλεξε να συνοδεύσει τις φορτισμένες στιγμές του παιχνιδιού με κομμάτια επηρεασμένα από blues, folk και Southern Gothic μουσική. Οι κιθάρες αναλαμβάνουν πρωταγωνιστικό ρόλο, με τις νότες να «σέρνονται» από τον πόνο, ενώ οι νωχελικές, αλλά γεμάτες συναίσθημα, μελωδίες αντηχούν ρυθμικά, χαράσσοντας τη μνήμη μας. Όταν το μοναδικό μου παράπονο για τη μουσική είναι ότι θα ήθελα να την ακούω πιο συχνά, τότε μάλλον κάποιοι έκαναν εξαιρετικά τη δουλειά τους.
ΤΡΙΤΟ ΚΑΙ ΦΑΡΜΑΚΕΡΟ
Σε ό,τι αφορά τη δομή, δεν νομίζω πως το South of Midnight εξελίσσει κάπως ουσιαστικά τα third-person action-adventure games, άλλωστε δεν επιλέγει να κάνει αυτό. Πατάει πάνω σε δρόμους που είναι χρόνια τώρα στρωμένοι, και μέσα σε αυτές τις 12 περίπου ώρες επιλέγει να ρίξει σχεδόν όλο του το βάρος στην αφήγηση, περνώντας με έναν δικό του μοναδικό τρόπο τα διάφορα κοινωνικά μηνύματα.

Στην καταμέτρηση των Xbox Game Studios η Compulsion Games βροντοφώναξε με αυτοπεποίθηση «ΠΑΡΟΥΣΑ», παραδίδοντας το πρώτο αξιόλογο παιχνίδι που έχει δημιουργήσει μέχρι σήμερα. Το πιο σημαντικό, βέβαια, είναι πως το έκανε ρισκάροντας τη σύγκριση με άλλα κορυφαία έργα που χρησιμοποιούν stop motion καρέ, το έκανε εμβαθύνοντας στα προβλήματα που ταλανίζουν σημαντικά την ανθρωπότητα στις μέρες μας -ίσως με μία δόση υπερβολής-, ενώ το έκανε με πείσμα και μεράκι.
Πιστό στη μοναδική αυτή ταυτότητα του, το South of Midnight «επουλώνει» τα τραύματα της Compulsion Games που είχαν δημιουργηθεί από τα προηγούμενα παιχνίδια της, ενώ δεν ξεχνάει να επιβεβαιώσει πως το gaming είναι το μέσο που δημιουργεί τόσο έντονα συναισθήματα. Πάντως, η Microsoft στην ανάγκη να γεμίσει την φαρέτρα της με first-party studios, πίσω στο 2018, εξαγόρασε κατά λάθος άλλο studio από αυτό που ίσως της είχαν τάξει, αλλά μάλλον για καλό.
Ευχαριστούμε πολύ το Xbox για την παροχή του review copy!